μανούρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανούρι μανούρια
γενική μανουριού μανουριών
αιτιατική μανούρι μανούρια
κλητική μανούρι μανούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανούρι < ίσως από τη μεσαιωνική φράση μανός τυρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανούρι ουδέτερο

  1. τύπος μυζήθρας με περισσότερο λίπος -παλιότερα πρόσθεταν κατσικίσιο και πρόβειο γάλα ή ανθόγαλα για να εμπλουτίζεται το τυρί σε λιπαρά.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]