μανσέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ματσέτα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μανσέτα οι μανσέτες
      γενική της μανσέτας των μανσετών
    αιτιατική τη μανσέτα τις μανσέτες
     κλητική μανσέτα μανσέτες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανσέτα < γαλλική manchette

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανσέτα θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]