μανταρίνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

μανταρίνι (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανταρίνι μανταρίνια
γενική μανταρινιού μανταρινιών
αιτιατική μανταρίνι μανταρίνια
κλητική μανταρίνι μανταρίνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανταρίνι < αγγλική mandarin ή ιταλική mandarino
Οι μανδαρίνοι φορούσαν κίτρινες-πορτοκαλόχροες ρόμπες, και, λόγω του χρώματος, έτσι ονομάσθηκε και ο καρπός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μανταρίνι ουδέτερο

  1. ο καρπός του φυτού μανταρινιά, που έχει χρώμα πορτοκαλί και μοιάζει με το πορτοκάλι

32πχ Μεταφράσεις[]