μανταρινάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μανταρινάκι τα μανταρινάκια
      γενική
    αιτιατική το μανταρινάκι τα μανταρινάκια
     κλητική μανταρινάκι μανταρινάκια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανταρινάκι < μανταρίνι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανταρινάκι ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε μανταρίνι