μαντεία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μαντεία | οι | μαντείες |
| γενική | της | μαντείας | των | μαντειών |
| αιτιατική | τη | μαντεία | τις | μαντείες |
| κλητική | μαντεία | μαντείες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαντεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαντεία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαντεία θηλυκό
- ο χρησμός
- ※ Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, να σχολιάζουν τις βυζάρες της άξεστοι χωριάτες, να τρώει αηδίες στις ταβέρνες και ν' ανέχεται τη ζήλια των συναδέλφων της. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- η μαντική τέχνη
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαντεία
|
|
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαντεία < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μαντεία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαντεία θηλυκό
- η μαντεία. χρησμολογία
- μαντική τέχνη
- μαγική πράξη
Σύνθετα
[επεξεργασία]όπως
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη μάντης
Πηγές
[επεξεργασία]- μαντεία - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | μαντείᾱ | αἱ | μαντεῖαι |
| γενική | τῆς | μαντείᾱς | τῶν | μαντειῶν |
| δοτική | τῇ | μαντείᾳ | ταῖς | μαντείαις |
| αιτιατική | τὴν | μαντείᾱν | τὰς | μαντείᾱς |
| κλητική ὦ! | μαντείᾱ | μαντεῖαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μαντείᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | μαντείαιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαντεία < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαντεία, -ας θηλυκό
- το χάρισμα να μαντεύω
- το μέσον με το οποίο μαντεύω
- το μαντείο
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 143
- ὡς τὸ Πυθικὸν θεοῦ μαντεῖον ἐξέφηνεν ἀρτίως ἐμοί.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 143
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- -μαντεία Αρχαίες ελληνικές λέξεις με επίθημα -μαντεία στο Βικιλεξικό
- Λέξεις -μαντεία @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη μάντις
Πηγές
[επεξεργασία]- μαντεία - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μαντεία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)