Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαντεία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαντεία οι μαντείες
      γενική της μαντείας των μαντειών
    αιτιατική τη μαντεία τις μαντείες
     κλητική μαντεία μαντείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαντεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαντεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαντεία θηλυκό

  1. ο χρησμός
      Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, να σχολιάζουν τις βυζάρες της άξεστοι χωριάτες, να τρώει αηδίες στις ταβέρνες και ν' ανέχεται τη ζήλια των συναδέλφων της. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. η μαντική τέχνη

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαντεία < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μαντεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαντεία θηλυκό

  1. η μαντεία. χρησμολογία
  2. μαντική τέχνη
  3. μαγική πράξη

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μαντεί αἱ μαντεῖαι
      γενική τῆς μαντείᾱς τῶν μαντειῶν
      δοτική τῇ μαντεί ταῖς μαντείαις
    αιτιατική τὴν μαντείᾱν τὰς μαντείᾱς
     κλητική ! μαντεί μαντεῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μαντεί
γεν-δοτ τοῖν  μαντείαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαντεία < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαντεία, -ας θηλυκό

  1. το χάρισμα να μαντεύω
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Τίμαιος, 71d
    μαντείᾳ χρωμένην καθ' ὕπνον
  2. το μέσον με το οποίο μαντεύω
  3. το μαντείο
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 143
    ὡς τὸ Πυθικὸν θεοῦ μαντεῖον ἐξέφηνεν ἀρτίως ἐμοί.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]