μαντζούνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαντζούνι μαντζούνια
γενική μαντζουνιού μαντζουνιών
αιτιατική μαντζούνι μαντζούνια
κλητική μαντζούνι μαντζούνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντζούνι < τουρκική macun < αραβική macun معجون

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /maⁿ.ˈʣu.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαντζούνι ουδέτερο

  1. γιατροσόφι, πρακτικό φάρμακο, κυρίως σε μορφή αλοιφής ή πολτού
    Όλοι οι γιατροί κι οι γιάτρισσες πέρασαν από πάνω του· πήρε του κόσμου τα κινίνα, τις αψιθιές και τα μαντζούνια (Παύλου Νιρβάνα, Το συναξάρι του Παπα-Παρθένη)
  2. (γενικότερα) κάθε παρασκεύασμα φυτικής προέλευσης που χρησιμεύει για θεραπευτικούς σκοπούς


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]