μαντιλοδεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαντιλοδεμένος μαντιλοδεμένη μαντιλοδεμένο
γενική μαντιλοδεμένου μαντιλοδεμένης μαντιλοδεμένου
αιτιατική μαντιλοδεμένο μαντιλοδεμένη μαντιλοδεμένο
κλητική μαντιλοδεμένε μαντιλοδεμένη μαντιλοδεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαντιλοδεμένοι μαντιλοδεμένες μαντιλοδεμένα
γενική μαντιλοδεμένων μαντιλοδεμένων μαντιλοδεμένων
αιτιατική μαντιλοδεμένους μαντιλοδεμένες μαντιλοδεμένα
κλητική μαντιλοδεμένοι μαντιλοδεμένες μαντιλοδεμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντιλοδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαντιλοδένομαι < μαντίλι (<ελληνιστική κοινή μαντίλιον < λατινική mantilium / mantelium, υποκοριστικό του mantile / mantele < manus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *man-) + δένομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /man.di.lɔ.ðε.ˈmε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μαντιλοδεμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]