μαντιλοδεμένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]μαντιλοδεμένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαντιλοδεμένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του μαντιλοδεμένος
μαντιλοδεμένου