μαντράχαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαντράχαλος μαντράχαλοι
γενική μαντραχάλου μαντραχάλων
αιτιατική μαντράχαλο μαντραχάλους
κλητική μαντράχαλε μαντράχαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντράχαλος < πιθανόν από το μαντρί και χαλί, επειδή στα μαντριά είχαν ένα υψηλό ξύλο σε σχήμα διχάλας όπου κρεμούσαν διάφορα αντικείμενα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαντράχαλος αρσενικό και μαντραχαλάς

  • μεγαλόσωμος νέος, κρεμανταλάς, συνήθως για άχαρους και αδέξιους εφήβους ή νεαρούς
    Μα φοβάσαι τις κατσαρίδες κοτζάμ μαντράχαλος;

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]