μαντᾶτον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: Δοκιμαστικό κλίσης καθαρεύουσας, και μεσαιωνικής κλίσης. --sarri.greek (συζήτηση) 16:39, 19 Ιουνίου 2019 (UTC).


→ λείπει η κλίση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαντᾶτον μαντᾶτα
γενική μαντάτου (μαντάτων)
αιτιατική μαντᾶτον μαντᾶτα
κλητική μαντᾶτον μαντᾶτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντᾶτον < μεσαιωνική ελληνική μαντᾶτον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαντᾶτον ουδέτερο



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντᾶτον < ελληνιστική κοινή μανδᾶτον < λατινική mandatum (αυτοκρατορική διαταφή}}

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαντᾶτον ουδέτερο

  1. το μαντάτο, που λεγόταν και μανδᾶτο και μανδᾶτον, τα νέα, η είδηση
  2. η διαταγή (από την αυλή του Βυζαντίου ή αργότερα από τους Ενετούς και γενικά από κάποιον που είχε εξουσία (στην Τουρκοκρατία η λέξη αντικαταστάθηκε στις περισσότερες περιοχές απο το φιρμάνι και το μαντάτο σταδιακά πήρε τη νεοελληνική του σημασία, της είδησης)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]