μανόμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανόμετρο μανόμετρα
γενική μανομέτρου
& μανόμετρου
μανομέτρων
& μανόμετρων
αιτιατική μανόμετρο μανόμετρα
κλητική μανόμετρο μανόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανόμετρο < γαλλική manomètre < αρχαία ελληνική μανός (=αραιός) + μέτρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανόμετρο ουδέτερο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]