μαοϊστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαοϊστής μαοϊστές
γενική μαοϊστή μαοϊστών
αιτιατική μαοϊστή μαοϊστές
κλητική μαοϊστή μαοϊστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαοϊστής < Μάο + -ιστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαοϊστής αρσενικό

  1. (πολιτική): ο μαοϊκός, ο οπαδός των αρχών του Μάο Τσε Τουνγκ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]