μαρίνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Μαρίνα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαρίνα μαρίνες
γενική μαρίνας μαρινών
αιτιατική μαρίνα μαρίνες
κλητική μαρίνα μαρίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρίνα < αγγλική marina < λατινική marinus (θαλάσσιος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.'ɾi.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρίνα θηλυκό

  1. μικρό (μη φυσικό) λιμάνι κυρίως για σκάφη αναψυχής, κότερα κ.ά.
    Η μαρίνα Ζέας

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]