Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαραγκιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαραγκιάζω < (λαϊκότροπο) ελληνιστική κοινή μαραγγιάω / μαραγγιῶ. Προτείνεται και παρόμοια ετυμολογική γραφή.[1] Δεν σχετίζεται ετυμολογικά με το ρήμα μαραίνω.[2]

μαραγκιάζω, αόρ.: μαράγκιασα, μτχ.π.π.: μαραγκιασμένος (χωρίς παθητική φωνή)

  1. μαραίνομαι, ξεραίνομαι
      Να στείλω γράμμα, χάνεται, δεν βρίσκει το παιδί μου,
    Να μάθη, όσα να τω πη, διψάει η καρδιά μου·
    Να στείλω μήλο σήπεται, λουλούδι μαραγκιάζει
    Δημοτικό τραγούδι της Ηπείρου· συλλογή Arnold Passow (επιμ.), Τραγούδια ρωμαίικα. Popularia carmina Graeciae recentioris, Λειψία: B.G. Teubner, 1860, σ. 246.
      20ός αιώνας, Γιάννης Ρίτσος, Ὁ ἀφανισμὸς τῆς Μῆλος, [1969], @greek-language.gr
    Οι ελιές μαράγκιαζαν, πέφταν στεγνές στο χώμα σαν τα μάτια του ανήμπορου,
  2. (κατ’ επέκταση) ζαρώνω, συρρικνώνομαι, σταφιδιάζω
  3. (μεταφορικά) χάνω τη ζωτικότητά μου, μαραζώνω, γερνώ
      Με τον πρώτο γιο στην κοιλιά η Ηρακλεία είχε ανθίσει, με τον δεύτερο το ίδιο, αλλά στην τρίτη γκαστριά το πρόσωπό της μαράγκιασε, φριχτό πλήγμα, γιατί έλπιζε ότι θα ήταν από εκείνες που γεννάνε μόνο αρσενικά παιδιά, βασίλισσα στην ιεραρχία του χωριού.
    Constantine, Peter, Η αγορασμένη νύφη, αρχική δημοσίευση: (2022), μετάφραση: Νίνα Μπούρη, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2024, ISBN 9786180710441, @google.gr/books

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.