μαραζιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαραζιάζω < μαράζι + -ιάζω < τουρκική maraz (αρρώστια, ασθένεια) < αραβική مرض (marad) (αρρώστια, ασθένεια)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαραζιάζω

  1. προκαλώ σε κάποιον μαράζι
  2. υφίσταμαι μαράζι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μαραζώνω
  3. μαραίνομαι, μαραγκιάζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]