Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαργαριτάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαργαριτάρι τα μαργαριτάρια
      γενική του μαργαριταριού των μαργαριταριών
    αιτιατική το μαργαριτάρι τα μαργαριτάρια
     κλητική μαργαριτάρι μαργαριτάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μαργαριτάρια.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαργαριτάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαργαριτάριν < μαργαριτάριον < ελληνιστική κοινή μαργαρίτης. Ζεύγος: μαργαρίτα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /maɾ.ɣa.ɾiˈta.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μαργαριτάρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαργαριτάρι ουδέτερο

  1. πολύτιμος λίθος που σχηματίζεται μέσα στα όστρακα ορισμένων στρειδιών, με γυαλιστερή και συνήθως σφαιρική εμφάνιση
  2. (μεταφορικά) σοβαρό γλωσσικό σφάλμα (προφορικό ή γραπτό)
    παράδειγμα  Εγώ είμαι πολύ ήρεμη. Δεν *εκβουρλίζομαι με τίποτα.
    παράδειγμα  μαργαριτάρια μαθητών από τις εξετάσεις: ...και ο Μέγας Αλέξανδρος διέταξε «Πυρ!» κι έτσι άρχισε η μάχη του Γρανικού.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Όροι για τα λάθη στον λόγο:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]