μαργαριτάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Μαργαριτάρια.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαργαριτάρι μαργαριτάρια
γενική μαργαριταριού μαργαριταριών
αιτιατική μαργαριτάρι μαργαριτάρια
κλητική μαργαριτάρι μαργαριτάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαργαριτάρι < μεσαιωνική ελληνική μαργαριτάριον < ελληνιστική κοινή μαργαρίτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαργαριτάρι ουδέτερο

  1. πολύτιμος λίθος που σχηματίζεται μέσα στα όστρακα ορισμένων στρειδιών, με γυαλιστερή και συνήθως σφαιρική εμφάνιση
  2. (μεταφορικά) σοβαρό γλωσσικό σφάλμα (προφορικό ή γραπτό)
    μαργαριτάρια μαθητών από τις εξετάσεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]