μαρινάτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μαρινάτος μαρινάτη μαρινάτο
γενική μαρινάτου μαρινάτης μαρινάτου
αιτιατική μαρινάτο μαρινάτη μαρινάτο
κλητική μαρινάτε μαρινάτη μαρινάτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαρινάτοι μαρινάτες μαρινάτα
γενική μαρινάτων μαρινάτων μαρινάτων
αιτιατική μαρινάτους μαρινάτες μαρινάτα
κλητική μαρινάτοι μαρινάτες μαρινάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρινάτος < από την ιταλική λέξη marinato

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μαρινάτος,η,ο

  1. το φαγητό που έχει μαριναριστεί με κάποια συνταγή μαρινάδας
    μοσχάρι, ψάρι μαρινάτο, γόπα μαρινάτη, κολιός μαρινάτος, γάβροι μαρινάτοι


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]