Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαριναρισμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μαριναρισμένος η μαριναρισμένη το μαριναρισμένο
      γενική του μαριναρισμένου της μαριναρισμένης του μαριναρισμένου
    αιτιατική τον μαριναρισμένο τη μαριναρισμένη το μαριναρισμένο
     κλητική μαριναρισμένε μαριναρισμένη μαριναρισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μαριναρισμένοι οι μαριναρισμένες τα μαριναρισμένα
      γενική των μαριναρισμένων των μαριναρισμένων των μαριναρισμένων
    αιτιατική τους μαριναρισμένους τις μαριναρισμένες τα μαριναρισμένα
     κλητική μαριναρισμένοι μαριναρισμένες μαριναρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαριναρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μαρινάρω

Μετοχή

[επεξεργασία]

μαριναρισμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]