μαριονέτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαριονέτα μαριονέτες
γενική μαριονέτας μαριονετών
αιτιατική μαριονέτα μαριονέτες
κλητική μαριονέτα μαριονέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαριονέτα < γαλλική marionnette
μαριονέτες (1) σε κατάστημα παιχνιδιών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαριονέτα θηλυκό

  1. ομοίωμα, συνήθως ανθρώπου, με κινητά μέλη, τα οποία κρέμονται από σπάγκο ή εύκαμπτο σύρμα, για να μπορεί κάποιος να τα κινεί, δίνοντας την εντύπωση ότι κινείται από μόνο του και χρησιμοποιείται στο κουκλοθέατρο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανδρείκελο, νευρόσπαστο
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) άτομο το οποίο ενεργεί υπακούοντας σε άλλα άτομα και δεν χρησιμοποιεί τη δική του βούληση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αχυράνθρωπος, υποχείριο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]