μαρκήσιε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

μαρκήσιε αρσενικό

  1. μαρκήσιος, στην κλητική του ενικού