μαρκούτσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαρκούτσι μαρκούτσια
γενική μαρκουτσιού μαρκουτσιών
αιτιατική μαρκούτσι μαρκούτσια
κλητική μαρκούτσι μαρκούτσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρκούτσι < τουρκική markuç (τοπική διάλεκτος) < marpuç < περσική مارپيچ (mārpīc)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρκούτσι ουδέτερο

  1. ο σωλήνας του ναργιλέ με το επιστόμιο
  2. (οικείο) κάτι που έχει μακρόστενο σχήμα, συνήθως παρόμοιο με επιστόμιο, και δεν γνωρίζουμε το όνομά του ή το θεωρούμε άχρηστο αντικείμενο
    βγάλε αυτό το μαρκούτσι από το στόμα σου (στιλό, μολύβι, τσιγάρο κ.λπ.), για να καταλαβαίνω τι μου λες!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]