μαρμάγκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαρμάγκα μαρμάγκες
γενική μαρμάγκας
αιτιατική μαρμάγκα μαρμάγκες
κλητική μαρμάγκα μαρμάγκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαρμάγκα < ίσως αλβανική merimangë (αράχνη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαρμάγκα θηλυκό

Εκφράσεις[]

  • τον έφαγε η μαρμάγκα: για κάποιον/κάτι που εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη

32πχ Μεταφράσεις[]