μαρμότα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαρμότα οι μαρμότες
      γενική της μαρμότας των μαρμοτών
    αιτιατική τη μαρμότα τις μαρμότες
     κλητική μαρμότα μαρμότες
Παράρτημα
μαρμότα που περιεργάζεται τον περίγυρο

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρμότα < απόδοση από τη γαλλική marmotte, αγνώστου ετυμολογίας, πιθανόν από τη ριζα mar (ηχοποιητική λέξη, από τον ήχο του μουρμουρητού

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρμότα θηλυκό

  1. (ζωολογία) είδος σκίουρου

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]