μαρξισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαρξισμός οι μαρξισμοί
      γενική του μαρξισμού των μαρξισμών
    αιτιατική τον μαρξισμό τους μαρξισμούς
     κλητική μαρξισμέ μαρξισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρξισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική marxisme < επώνυμο Μαρξ του Karl Marx + -isme (-ισμός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρξισμός αρσενικό (αδόκιμο στον πληθυντικό)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]