μαρτυρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαρτυρία οι μαρτυρίες
      γενική της μαρτυρίας των μαρτυριών
    αιτιατική τη μαρτυρία τις μαρτυρίες
     κλητική μαρτυρία μαρτυρίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρτυρία < αρχαία ελληνική μαρτυρία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρτυρία θηλυκό

  1. η κατάθεση ενός ατομου στο δικαστήριο ή σε κάποια σχετικά επίσημη περίσταση για ένα περιστατικό που γνωρίζει αυτοπροσώπως
  2. τεκμήρια και στοιχεία για ένα γεγονός
    Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες ότι εδώ είχαν όντως ζήσει...
  3. η στιγμή της μνημονικής καταγραφής
  4. ο βασανιστικός ή ο αδίκως τιμωρητικός θάνατος ή βίωμα (σε περίπτωση μη θανάτου)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μαρτυρία μαρτυρία μαρτυρίαι
Γενική μαρτυρίας μαρτυρίαιν μαρτυριῶν
Δοτική μαρτυρί μαρτυρίαιν μαρτυρίαις
Αιτιατική μαρτυρίαν μαρτυρία μαρτυρίας
Κλητική μαρτυρία μαρτυρία μαρτυρίαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρτυρία < μαρτυρέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρτυρία

  1. η μαρτυρική κατάθεση σε δικαστήριο αλλά και αλλού
    ὁ δ᾽ εἰς μαρτυρίαν κληθείς, μὴ ἀπαντῶν ...
  2. η ομολογία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]