μαρτυρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρτυρώ < αρχαία ελληνική μαρτυρέω- μαρτυρῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαρτυρώ, παρατ.: μαρτυρούσα, στιγμ. μέλλ.: θα μαρτυρήσω, αόρ.: μαρτύρησα , παθ.φωνή: μαρτυρούμαι , μτχ.π.π.: μαρτυρημένος

  1. καταθέτω τη μαρτυρία μου, καταθέτω για γεγονότα που γνωρίζω (πχ σε δίκη ή επίλυση διαφορών)
  2. αποκαλύπτω μυστικό άλλου που εκείνος περίμενε ότι θα το κρατούσα
    με μαρτύρησε ο μικρός στη μάνα μας ότι έσπασα το τζάμι
  3. ομολογώ κατόπιν βασανισμού ή καταδίδω -και πάλι μετά από βασανιστήρια
    Τον βασάνιζαν 4 μέρες για να μαρτυρήσει
  4. (μεταφορικά) δηλώνω με την παρουσία μου κάτι που δεν υπάρχει πια ή είναι κρυμμένο, φανερώνω, δείχνω
    στο θέατρο τελούνταν θρησκευτικού χαρακτήρα τελετουργίες, όπως μαρτυρεί ο βωμός στο προσκήνιο αλλά και ο χαλκάς στο δάπεδο (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 6 Οκτωβρίου 2011)
  5. χάνω τη ζωή μου ως μάρτυρας της χριστιανικής πίστης
  6. υποφέρω, βασανίζομαι
    μαρτύρησε η μάνα τους για να τους αναστήσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]