μασίστας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | μασίστας | οι | μασίστες |
| γενική | του | μασίστα | των | μασιστών |
| αιτιατική | τον | μασίστα | τους | μασίστες |
| κλητική | μασίστα | μασίστες | ||
| Κατηγορία όπως «γαλαξίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μασίστας αρσενικό
- πάρα πολύ δυνατός
- Ο μασίστας που έσπαγε μάρμαρα με το κεφάλι και περνούσαν από πάνω του τριαξονικά φορτηγά...[1]