μασίστας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μασίστας < από το Μασίστας, το όνομα ήρωα ιταλικών ταινιών της δεκαετίας του 1960

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μασίστας αρσενικό

  1. πάρα πολύ δυνατός
    Ο μασίστας που έσπαγε μάρμαρα με το κεφάλι και περνούσαν από πάνω του τριαξονικά φορτηγά...[1]


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]