μασαζάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μασαζάκι μασαζάκια
γενική
αιτιατική μασαζάκι μασαζάκια
κλητική μασαζάκι μασαζάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μασαζάκι < μασάζ + υποκοριστικό επίθημα -άκι < γαλλική massage < masser +‎ -age < αραβική مَسَّ (massa: ακουμπώ, αισθάνομαι) < ρίζα م س س‎ (m-s-s)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μασαζάκι ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]