Μετάβαση στο περιεχόμενο

μασελάκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μασελάκι τα μασελάκια
      γενική
    αιτιατική το μασελάκι τα μασελάκια
     κλητική μασελάκι μασελάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μασελάκια ορθοδοντικής θεραπείας.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μασελάκι < μασέλ(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.seˈla.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μασελάκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μασελάκι ουδέτερο

  1. (οδοντιατρική) κινητός νάρθηκας για ορθοδοντική στήριξη, ή λεύκανση ή άλλες αγωγές
    παράδειγμα  Τα σιδεράκια είναι ακίνητη ορθοδοντική συσκευή ενώ το μασελάκια κινητή. Τα μασελάκια ολοκληρώνουν την ορθοδοντική θεραπεία.
    παράδειγμα  μασελάκια ύπνου για αντιμετώπιση του ροχαλητού
  2. (υποκοριστικό) μικρή μασέλα, μερική οδοντοστοιχία
     συνώνυμα: μασελίτσα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]


για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε μασέλα

  • μασελάκι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)