μασελάκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μασελάκι | τα | μασελάκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | μασελάκι | τα | μασελάκια |
| κλητική | μασελάκι | μασελάκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μασελάκι < μασέλ(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ma.seˈla.ci/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μα‐σε‐λά‐κι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μασελάκι ουδέτερο
- (οδοντιατρική) κινητός νάρθηκας για ορθοδοντική στήριξη, ή λεύκανση ή άλλες αγωγές
Τα σιδεράκια είναι ακίνητη ορθοδοντική συσκευή ενώ το μασελάκια κινητή. Τα μασελάκια ολοκληρώνουν την ορθοδοντική θεραπεία.
μασελάκια ύπνου για αντιμετώπιση του ροχαλητού
- (υποκοριστικό) μικρή μασέλα, μερική οδοντοστοιχία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε μασέλα
μικρή μασέλα
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- μασελάκι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με υποκοριστικό επίθημα -άκι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οδοντιατρική (νέα ελληνικά)
- Υποκοριστικά ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)