μαστοριά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαστοριά μαστοριές
γενική μαστοριάς μαστοριών
αιτιατική μαστοριά μαστοριές
κλητική μαστοριά μαστοριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστοριά < μεσαιωνική ελληνική μαστορεία < μάστορας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαστοριά θηλυκό (ο πληθυντικός αδόκιμος)

  1. η πολύ καλή τεχνική σε έναν τομέα των τεχνών, αν και στην καλλιτεχνία προτιμάται συνήθως η λέξη μαεστρία
    Μου το έφερε στα μέτρα μου τέλεια, χωρίς ψεγάδι, με μεγάλη μαστοριά
    Η μαστοριά του συγγραφέα καθορίζει και...
  2. το μερεμέτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]