μαστορικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστορικά ουσιαστικοποιημένο επίθετο < πληθυντικός ουδετέρου του επιθέτου μαστορικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαστορικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό(και μαστόρικα)

  1. η αμοιβή των μαστόρων
    Είπε ότι έχει να μου δώσει μπροστά μόνο για τις μπογιές κι ότι τα μαστορικά μπορεί μόνο λίγα-λίγα
  2. η συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους οι ομότεχνοι μάστορες είτε για να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι τα μυστικά της δουλειάς τους είτε για αστεϊσμό -γλώσσες όπως τα κορακίστικα, τα ντόρτικα, τα κουδανίτικα κ.α.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μαστορικά