μαστούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαστούρα μαστούρες
γενική μαστούρας
αιτιατική μαστούρα μαστούρες
κλητική μαστούρα μαστούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστούρα < μαστούρης + < τουρκική mastur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαστούρα θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) η νάρκωση που προκύπτει από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, το μαστούρωμα
  2. (λαϊκότροπο) μαστουρωμένος
  3. (λαϊκότροπο) ναρκομανής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]