μαστωδυνία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστωδυνία < μαστός + ὠδίνω ή ὀδύνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαστωδυνία θηλυκό

  1. έντονος πόνος στο μαστό συνήθως κατά την κύηση λόγω του παραγομένου γάλακτος, αλλά και από άλλα αίτια, ίσως παθολογικά


Μεταφράσεις[επεξεργασία]