μαστόρισσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαστόρισσα θηλυκό (αρσενικό μάστορας)
- η πολύ επιτήδεια σε μια τέχνη, π.χ. στην κομμωτική, στη μαγειρική
- η τεχνίτρα, περιλαμβανομένης και εκείνης που ξέρει πολλά ερωτικά κόλπα
- ※ Καμωματού, ναζού, μαστόρισσα, αντροχωρίστρα, ξεμυαλίστρα, / με έκανες και χώρισα και μ’ έδιωξες, κακίστρα.
- Από το τραγούδι Μαστόρισσα καμωματού σε στίχους και μουσική Κώστα Σκαρβέλη# η σύζυγος του μάστορα
- ※ Καμωματού, ναζού, μαστόρισσα, αντροχωρίστρα, ξεμυαλίστρα, / με έκανες και χώρισα και μ’ έδιωξες, κακίστρα.
- (παρωχημένο) η πόρνη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαστόρισσα
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα στίχους τραγουδιών (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)