Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαστόρισσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαστόρισσα οι μαστόρισσες
      γενική της μαστόρισσας των μαστορισσών
    αιτιατική τη μαστόρισσα τις μαστόρισσες
     κλητική μαστόρισσα μαστόρισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαστόρισσα < μάστορας + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαστόρισσα θηλυκό (αρσενικό μάστορας)

  1. η πολύ επιτήδεια σε μια τέχνη, π.χ. στην κομμωτική, στη μαγειρική
  2. η τεχνίτρα, περιλαμβανομένης και εκείνης που ξέρει πολλά ερωτικά κόλπα
      Καμωματού, ναζού, μαστόρισσα, αντροχωρίστρα, ξεμυαλίστρα, / με έκανες και χώρισα και μ’ έδιωξες, κακίστρα.
    Από το τραγούδι Μαστόρισσα καμωματού σε στίχους και μουσική Κώστα Σκαρβέλη# η σύζυγος του μάστορα
  3. (παρωχημένο) η πόρνη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]