μασχάλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μασχάλη μασχάλες
γενική μασχάλης μασχαλών
αιτιατική μασχάλη μασχάλες
κλητική μασχάλη μασχάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μασχάλη < αρχαία ελληνική μασχάλη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μασχάλη θηλυκό

  • (ανατομία) η κοιλότητα που σχηματίζεται στο σημείο που ενώνονται ο κορμός με το εσωτερικό μέρος του βραχίονα και καλύπτεται στους ενηλίκους από τριχοφυΐα.
  • (βοτανική): η γωνιώδης θέση στο βλαστό ενός φυτού μεταξύ του φύλλου και του επάνω μέρους του βλαστού.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δεν χωράνε δυο καρπούζια σε μια μασχάλη: δεν μπορείς να έχεις περισσότερα από όσα σου επιτρέπουν οι συνθήκες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]