ματαίωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ματαίωση | οι | ματαιώσεις |
| γενική | της | ματαίωσης* | των | ματαιώσεων |
| αιτιατική | τη | ματαίωση | τις | ματαιώσεις |
| κλητική | ματαίωση | ματαιώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, ματαιώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ματαίωση θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ματαίωση