ματαιόδοξος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ματαιόδοξος < μάταιος + δόξα

Επίθετο[επεξεργασία]

ματαιόδοξος -η -ο

  1. (για πρόσωπα) που νοιάζεται να αποκτήσει και να επιδείξει πράγματα μάταια, που έχουν εξωτερική λάμψη αλλά είναι στην πραγματικότητα ασήμαντα
  2. (για στάσεις και ενέργειες) που χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη μάταιων πραγμάτων

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]