ματρακάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ματρακάς ματρακάδες
γενική ματρακά ματρακάδων
αιτιατική ματρακά ματρακάδες
κλητική ματρακά ματρακάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ματρακάς < πιθανόν τουρκική matrak (ρόπαλο) < αραβική مطرقة (matrakah)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ματρακάς αρσενικό

  1. είδος σφυριού με σιδερένια παραλληλόγραμμη χοντρή κεφαλή και ξύλινη λαβή, που χρησιμοποιείται κυρίως στις οικοδομές
  2. (σκωπτικό) σαράβαλο, παλιό όχημα που κάνει διάφορους θορύβου καθώς κινείται
  3. είδος ποδηλάτου παλαιό, το χρησιμοποιούσαν σε όλη τη Θεσσαλία μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]