ματσόλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ματσόλα ματσόλες
γενική ματσόλας
αιτιατική ματσόλα ματσόλες
κλητική ματσόλα ματσόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ματσόλα < λατινική mateola

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ματσόλα(1) με κεφαλή από πλαστικό

ματσόλα θηλυκό

  1. σφυρί παρόμοιο με τη βαριοπούλα και τον ματρακά που έχει ξύλινη ή πλαστική κεφαλή αντί για σιδερένια
  2. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): βασικό πρωρατικό εργαλείο των πλοίων και σκαφών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]