μαυράδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαυράδι μαυράδια
γενική μαυραδιού μαυραδιών
αιτιατική μαυράδι μαυράδια
κλητική μαυράδι μαυράδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαυράδι < μεσαιωνική ελληνική μαυράδι < μαύρος + -άδι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαυράδι ουδέτερο

  1. μια μαύρη ή σκουρόχρωμη επιφάνεια σ' ένα ανοιχτόχρωμο πλαίσιο
  2. η κόρη του ματιού
    Στην πέτρα της υπομονής / κάθισες προς το βράδυ / με του ματιού σου το μαυράδι / δείχνοντας πως πονείς. (Γιώργος Σεφέρης, Η λυπημένη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαυράδι ουδέτερο