Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαυρίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαυρίζω <
  1. μαύρο + -ίζω
  2. από το μαύρου χρώματος σφαιρίδιο που έριχναν στην κάλπη όσοι ήταν αντίθετοι στην εκλογή κάποιου

μαυρίζω

  1. (μεταβατικό) χρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο
  2. (αμετάβατο) παίρνω μαύρο χρώμα
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) η επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου
      Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
  4. (οικείο) καταψηφίζω (σε εκλογές για εκλογή ατόμων)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]