μαυρίλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαυρίλα μαυρίλες
γενική μαυρίλας
αιτιατική μαυρίλα μαυρίλες
κλητική μαυρίλα μαυρίλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαυρίλα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαυρίλα θηλυκό (πληθυντικός μαυρίλες)

  1. μεγάλη έκταση όπου κυριαρχεί το μαύρο χρώμα
  2. η σκοτεινιά
  3. (μεταφορικά) η απουσία ελπίδας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]