μαυριδερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαυριδερός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

μαυριδερός -ή -ό

  1. που έχει σκούρο χρώμα
  2. μελαχρινός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]