μαυροσκούφης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαυροσκούφης αρσενικό
- (στρατιωτική αργκό) στρατιώτης τεθωρακισμένων
το αγόρι μου είναι στους μαυροσκούφηδες στον Αυλώνα- → και δείτε τη λέξη αρματιστής (επίσημο)
- (πτηνό) το πτηνό Sylvia atricapilla
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαυροσκούφης
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μαυρο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ης (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτική αργκό (νέα ελληνικά)
- Πτηνά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)