μαυροφορεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαυροφορεμένος μαυροφορεμένη μαυροφορεμένο
γενική μαυροφορεμένου μαυροφορεμένης μαυροφορεμένου
αιτιατική μαυροφορεμένο μαυροφορεμένη μαυροφορεμένο
κλητική μαυροφορεμένε μαυροφορεμένη μαυροφορεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαυροφορεμένοι μαυροφορεμένες μαυροφορεμένα
γενική μαυροφορεμένων μαυροφορεμένων μαυροφορεμένων
αιτιατική μαυροφορεμένους μαυροφορεμένες μαυροφορεμένα
κλητική μαυροφορεμένοι μαυροφορεμένες μαυροφορεμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

μαυροφορεμένος , μαύρο + φορώ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μαυροφορεμένος,η,ο

  1. ο μαυροντυμένος, αλλά συνήθως για δυσάρεστο λόγο, δηλαδή πένθος, πιθανόν επειδή ως επίθετο έχει φορτισθεί περισσότερο με την παθητική, αναγκαστική επιλογή του μαύρου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]