μαχήτρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαχήτρια οι μαχήτριες
      γενική της μαχήτριας των μαχητριών
    αιτιατική τη μαχήτρια τις μαχήτριες
     κλητική μαχήτρια μαχήτριες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαχήτρια < μαχητής + -τρια

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαχήτρια θηλυκό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]