Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαχαίρωσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

μαχαίρωσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω