μαχητός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μαχητός | η | μαχητή | το | μαχητό |
| γενική | του | μαχητού | της | μαχητής | του | μαχητού |
| αιτιατική | τον | μαχητό | τη | μαχητή | το | μαχητό |
| κλητική | μαχητέ | μαχητή | μαχητό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μαχητοί | οι | μαχητές | τα | μαχητά |
| γενική | των | μαχητών | των | μαχητών | των | μαχητών |
| αιτιατική | τους | μαχητούς | τις | μαχητές | τα | μαχητά |
| κλητική | μαχητοί | μαχητές | μαχητά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαχητός < αρχαία ελληνική μαχητός
Επίθετο
[επεξεργασία]μαχητός,ή,ό
- το επιχείρημα ή τεκμήριο που μπορεί να καταρριφθεί, δεν είναι δηλαδή αδιάσειστο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαχητός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαχητός < μάχη
Επίθετο
[επεξεργασία]μαχητός,ή,όν
- που μπορεί κάποιος να τον νικήσει
- ἀθάνατον κακόν ἐστι, δεινόν τ' ἀργαλέον τε καὶ ἄγριον οὐδὲ μαχητόν : είναι απέθαντο κακό θεριό μονάχα, φριχτό και φοβερό κι ανήμερο κι αμάχητο μαζί (Οδύσ. Ραψ.Μ ή 12η, 119 -απόδοση Ν. Καζαντζάκης)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μαχητός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μαχητός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.