μαϊμουδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαϊμουδάκι μαϊμουδάκια
γενική
αιτιατική μαϊμουδάκι μαϊμουδάκια
κλητική μαϊμουδάκι μαϊμουδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαϊμουδάκι < μαϊμουδ(ες) + -άκι (κατά το παιδάκι) ή απο το μαϊμουδίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαϊμουδάκι ουδέτερο

  1. το μικρό της μαϊμούς, το πιθηκάκι, σε ακόμα πιο τρυφερή εκφορά
    Ρωτήσαν τη μαϊμού ποιο είναι το πιο όμορφο πλάσμα, και είπε το μαϊμουδάκι της (για την μητρική αγάπη που μεγεθύνει συχνά τις αρετές των παιδιών)
  2. τρυφερός χαρακτηρισμός για παιδικά φερσίματα που προσομοιάζουν στης μαϊμούς
    Μη μασάς σαν μαϊμουδάκι
  3. παιχνίδι ή γενικά λούτρινο αντικείμενο με τη μορφή μικρής μαϊμούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]