μαϊντανός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαϊντανός μαϊντανοί
γενική μαϊντανού μαϊντανών
αιτιατική μαϊντανό μαϊντανούς
κλητική μαϊντανέ μαϊντανοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαϊντανός < τουρκική maydanoz < αραβική مقدونس (makdanws) < μεσαιωνική ελληνική μακεδονήσι / μακεδονήσιον < λατινική macedonense, ουδέτερο του macedonensis < Macedo < αρχαία ελληνική Μακεδών (αντιδάνειο) < Μακεδονία < μακεδονία < μακεδνός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.i.da.ˈnɔs/
φύλλα μαϊντανού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαϊντανός αρσενικό

  1. φυτό (Petroselinum crispum) του οποίου τα φύλλα χρησιμοποιούνται ως μυρωδικό στη μαγειρική
    συνώνυμα: πετροσέλινο
  2. ο άνθρωπος που ανακατώνεται σε όλα χωρίς να είναι αρμόδιος
  3. (ειρωνικά) πρόσωπο που εμφανίζεται δημοσίως πολύ συχνά και σε διάφορες περιστάσεις, ιδίως στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, και εκφέρει γνώμη για πράγματα για τα οποία δεν είναι αρμόδιος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]